Κυριακή 7 Φεβρουαρίου 2021

Φάντομ και οσμή πετρελαίου

 


Η ξεχασμένη πρώτη ελληνοτουρκική κρίση για το Αιγαίο (1974)

Τα ίδια τα γεγονότα είναι, λένε, ανεπανάληπτα. Δεν συμβαίνει όμως το ίδιο και με τη διαχείρισή τους, καθώς ο ανθρώπινος νους και τα κάθε λογής θινκ τανκ αποδεικνύονται κατά κανόνα πολύ λιγότερο εφευρετικά από την πραγματικότητα. Παρακολουθώντας το σίριαλ των κυκλικών αναμετρήσεων της τελευταίας δεκαετίας γύρω από τα θαλάσσια..

οικόπεδα της Ανατολικής Μεσογείου και το συνακόλουθο γαϊτανάκι των εξοπλισμών, είναι αδύνατο ν’ αποφύγουμε την αίσθηση πως αυτό το έργο έχει ξαναπαιχτεί, πριν από περίπου μισό αιώνα.

Αναφερόμαστε στην πρώτη (και ως επί το πλείστον ξεχασμένη σήμερα) ελληνοτουρκική κρίση για το Αιγαίο την άνοιξη του 1974, όταν την Ελλάδα κυβερνούσε η χούντα Ιωαννίδη, με πρωθυπουργό τον Αδαμάντιο Ανδρουτσόπουλο, ενώ στην Τουρκία οι δικτάτορες του 1971 μόλις είχαν παραχωρήσει τη θέση τους στην ιδιόμορφη σύμπραξη δύο «λαϊκίστικων» κομμάτων που ευαγγελίζονταν μια υπέρβαση της παραδοσιακής στρατοκρατίας: των σοσιαλδημοκρατών ρεπουμπλικανών του Ετζεβίτ και των ισλαμιστών του Ερμπακάν.

Την ελληνοτουρκική εκείνη κρίση πυροδότησε η παγκόσμια πετρελαϊκή που ξέσπασε τον Οκτώβριο του 1973 – όταν ο μεσανατολικός ΟΠΕΚ ανέβασε απότομα την τιμή του πετρελαίου ως αντίποινα για τη στήριξη του Ισραήλ από τη Δύση, επιταχύνοντας την (ήδη ορατή στον ορίζοντα) πρώτη σοβαρή ύφεση του μεταπολεμικού καπιταλισμού.

Το πετρελαϊκό κραχ προσέδωσε ιδιάζουσα σημασία σε δύο άλλα συμβάντα των επόμενων μηνών: την ανακάλυψη εκμεταλλεύσιμων υδρογονανθράκων λίγο έξω από τη Θάσο στις αρχές του 1974, που τροποποίησε ριζικά τη σημασία του Αιγαίου για Ελλάδα και Τουρκία, και την προγραμματισμένη διεθνή συνδιάσκεψη για το Δίκαιο της Θάλασσας, που ξεκίνησε τον Ιούνιο του 1974 στο Καράκας και το 1982 κατέληξε στην υπογραφή της Διεθνούς Σύμβασης που τέθηκε σε ισχύ το 1994. Ζητήματα όπως η οριοθέτηση της ελληνικής και τουρκικής υφαλοκρηπίδας στο Αιγαίο ή η επέκταση των ελληνικών χωρικών υδάτων στα 12 μίλια αναδείχθηκαν έτσι για πρώτη φορά σε επίκαιρα πολιτικά διακυβεύματα.

Η ακατάσχετη κυβερνητική προπαγάνδα της χούντας (και των ελεγχόμενων από αυτή ΜΜΕ) για τη χρυσή εποχή που περίμενε τους Ελληνες, χάρη στα πετρελαϊκά αποθέματα του Αιγαίου, συνοδεύτηκε από τη δρομολόγηση ενός πολυδάπανου εξοπλιστικού προγράμματος που καταχρέωσε τη χώρα για τα επόμενα χρόνια. Ηταν η πρώτη πράξη του δράματος που, με ποικίλες εναλλαγές στο εκατέρωθεν πολιτικό προσωπικό, εξακολουθεί να μας βασανίζει μέχρι σήμερα.

Οταν γίναμε Αμερικάνοι

Το νομοθετικό πλαίσιο για την αναζήτηση υδρογονανθράκων στην Ελλάδα θεσπίστηκε επί ΕΡΕ και προέβλεπε την εκχώρηση σε ιδιώτες εξάμηνων αδειών έρευνας, με προοπτική εκμετάλλευσης των τυχόν ευρημάτων (Ν. 3948/1959). Μεταξύ 1968 και 1973 η χούντα παραχώρησε δεκαεννιά τέτοιες άδειες σε διάφορες αμερικανικές εταιρείες (Texaco, Chevron, Ada Oil, Colorado Oil, Oceanic κ.ά.), κατανέμοντας μεταξύ τους το μεγαλύτερο μέρος του Αιγαίου.

Στις 8/1/1974, η κεντρική διοίκηση της Oceanic στο Ντένβερ ανακοίνωσε τον εντοπισμό κοιτάσματος πετρελαίου και φυσικού αερίου στην υποθαλάσσια γεώτρηση «Πρίνος» της Θάσου και τη «συγκρατημένη αισιοδοξία» της πως αυτό θ’ αποδεικνυόταν εκμεταλλεύσιμο. Ακολούθησε στις 14 Φεβρουαρίου η πανηγυρική επιβεβαίωση των ευρημάτων, σε κοινή συνέντευξη Τύπου του «πρωθυπουργού» Ανδρουτσόπουλου με τον υπουργό Βιομηχανίας, Κωνσταντίνο Κυπραίο. Σύμφωνα με τον δεύτερο, «διεπιστώθη η ύπαρξις αποθεμάτων ικανών διά παραγωγήν αργού πετρελαίου της τάξεως των 50.000 βαρελίων ημερησίως επί μίαν εικοσαετίαν. Η ποσότης αύτη καλύπτει κατά το έν τρίτον τας σημερινάς ανάγκας της Χώρας. [...] Είναι προφανές ότι τα ανωτέρω επιτεύγματα θα συμβάλουν ουσιαστικώς εις την όλην οικονομικήν ανάπτυξιν της Χώρας, με αποτέλεσμα την εξύψωσιν της στάθμης διαβιώσεως του Ελληνικού Λαού». Ακόμη λιγότερο συγκρατημένος, ο Ανδρουτσόπουλος προεξόφλησε πως η ανακάλυψη «αποτελεί μέγαν σταθμόν εις την οικονομικήν ζωήν της Χώρας».

Οι πανηγυρισμοί αυτοί είχαν φυσικά προπαγανδιστικό χαρακτήρα, αντανακλούσαν όμως και αληθινές ψευδαισθήσεις της χουντικής ηγεσίας. Το διαπιστώνουμε από τηλεφώνημα του αόρατου δικτάτορα, ταξίαρχου Ιωαννίδη, προς τον υφιστάμενό του επιτελάρχη της ελληνοκυπριακής Εθνικής Φρουράς, Παύλο Παπαδάκη, που υπέκλεψε η μακαριακή ΚΥΠ (7/3/1974): «Να έχης υπόψη σου Παύλο ότι το πετρέλαιον είναι πολύ ανώτερον απ’ ό,τι υπολογίζομεν. Είναι πάρα πολύ και εν πάση περιπτώσει θα την αγοράσωμεν 8 φορές την Κύπρον. [...] Μέχρι τώρα είμαστε ψωροκώσταινα, τώρα θα είμαστε Αμερικανοί» (Μακάριος Δρουσιώτης, «ΕΟΚΑ Β' και CIA», Λευκωσία 2002, σ. 366).

Οπως ήταν αναμενόμενο, η καθεστωτική προπαγάνδα ξεσάλωσε, αξιοποιώντας τα ευχάριστα νέα σαν αντίδοτο στην υλική μιζέρια κι ανασφάλεια των ημερών. Οπως είναι γνωστό, το υποτιθέμενο «οικονομικό θαύμα» της χούντας είχε καταρρεύσει παταγωδώς μέσα στο 1973, ήδη πριν από την πετρελαϊκή κρίση, με τον πληθωρισμό να τρέχει στο 15,5% για να φτάσει στο 32% τον Μάιο του 1974.

Τρεις μέρες μετά την πρώτη εξαγγελία της Oceanic, που εκτίναξε τις μετοχές της κατά 45%, στην Ελλάδα τα καύσιμα ανατιμήθηκαν κατά 65-80% κι επιβλήθηκαν αυξήσεις στα τιμολόγια της ΔΕΗ, περιορισμοί στη θέρμανση και τερματισμός των προγραμμάτων της TV στις 11.15 μ.μ., για να μειωθεί η κατανάλωση ρεύματος.

Αρκετά προβλέψιμη ήταν και η κυβερνητική διαχείριση της συνακόλουθης δυσφορίας: «Η συνεργασία Κράτους και πολιτών εις το συγκεκριμένον πρόβλημα», δήλωσε ο Κυπραίος, «αποτελεί πράξιν πατριωτισμού και πολιτικής ευθύνης» (Το Βήμα, 12/1/1974). Ο Ανδρουτσόπουλος ζήτησε έτσι επίμονα από τον πρόεδρο της Oceanic (κι απέσπασε την υπόσχεσή του) «όπως εντός του 1974 αρχίσει η άντλησις έστω και μικρών ποσοτήτων πετρελαίου διά λόγους κυρίως ψυχολογικούς, διά την τόνωσιν του λαϊκού φρονήματος» («Η μαρτυρία ενός πρωθυπουργού», Αθήναι 1993, σ. 109).




Μαζί με τις ανακοινώσεις στο Κολοράντο, οι πολίτες πληροφορήθηκαν από την εφημερίδα με τη μεγαλύτερη τότε κυκλοφορία ότι «χρηματισταί από όλο τον κόσμο κατακλύζουν την Καβάλα» και «μεγάλος ελληνικός οίκος έχει κάνει ήδη διαπραγματεύσεις για την ίδρυσι διυλιστηρίου στη Χαλκιδική, όπου θα μεταφέρεται το πετρέλαιο της Θάσου μέσω αγωγού, διερχομένου από την διώρυγα του Ξέρξη» (Απογευματινή, 9-10/1/1974).

Ακολούθησε η «αποκάλυψη» ότι τα κοιτάσματα ήταν τόσο πλούσια, ώστε «υπό την πίεσιν των περιεχομένων αερίων οι υδρογονάνθρακες ουσιαστικώς αναβλύζουν και δεν χρειάζονται γεώτρησιν» (Ελεύθερος Κόσμος, 19/2/1974) – κι άλλα πολλά, εξίσου σοβαρά.

Το διά ταύτα συνόψισε σε κύριο άρθρο του ο γνωστός «θεωρητικός» της χούντας Σάββας Κωνσταντόπουλος:

«Η Ελλάς ευρίσκεται εις τα πρόθυρα νέας εποχής. Δεν είναι υπερβολή. Πρόκειται περί αντικειμενικής διαπιστώσεως ενός αδιαμφισβητήτου δεδομένου. Το 1975 θα αποτελέση ιστορικόν σταθμόν εις την ζωήν του Εθνους. Η χρησιμοποίησις του ανευρεθέντος πετρελαίου θα αλλάξη την όψιν του τόπου. Η Ελλάς θα πραγματοποιήση τεράστιον άλμα προς τα εμπρός. Κατά την παρούσαν ώραν παλαίομεν εν μέσω δυσχερειών αι οποίαι προέκυψαν από την οικονομικήν κρίσιν της Ευρώπης. Δεν υπάρχει ελληνική ευθύνη διά την περιπέτειαν. Η οικονομική αναστάτωσις μας ήλθε από το εξωτερικόν, διέβη τα σύνορά μας και ανετάραξε την ζωήν μας ως ένας τυφών. Η προοπτική διά το μέλλον ήτο σκοτεινή. Αλλά ενωρίς ήρχισε να ανατέλλη εις την Θάσον η πλέον αισιόδοξος προοπτική. [...] Κατά τας αρχάς του 1975 θα αρχίσωμεν να έχωμεν πετρέλαιον από την Θάσον και από αλλού. Η αξιοποίησις των υφισταμένων πηγών θα καλύψη περίπου τα δύο τρίτα των αναγκών μας. Η αύξησις της τιμής του πετρελαίου κατέστησε εξ άλλου οικονομικώς συμφέρουσα την αξιοποίησιν και του λιγνίτου από την ΔΕΗ. Θα προκύψη, λοιπόν, οικονομία πετρελαίου διότι θα το αντικαταστήση εις αρκετόν ποσοστόν ο λιγνίτης. [...] Η υπόθεσις του πετρελαίου θα σημειώση σταθμόν εις την ιστορίαν μας διά πολλούς λόγους: Πρώτον, θα δώση αυτάρκειαν εις την ελληνικήν οικονομίαν. [...] Δεύτερον, σχεδόν θα ολοκληρωθή η ανεξαρτησία της χώρας. [...] Τρίτον, η ικανότης αυτοδυνάμου υπερασπίσεως των ελληνικών συνόρων θα ανέλθη εις ανώτερον επίπεδον. Διότι ένα μέρος από τα νέα οικονομικά μέσα τα οποία θα μας δώση το πετρέλαιον θα χρησιμοποιηθή εις την βελτίωσιν του αμυντικού συστήματος της χώρας. Αυτή η πρόοδος αφ’ ενός μεν θα τονώση ακόμη περισσότερον το αίσθημα ασφαλείας του Λαού και αφ’ ετέρου θα αυξήση την σημασίαν της συμμετοχής της Ελλάδος εις την Ατλαντικήν Συμμαχίαν. Τέταρτον, η βελτίωσις του επιπέδου του ελληνικού Λαού θα κτυπήση εις την ρίζαν της την κομμουνιστικήν επιρροήν» (Ελεύθερος Κόσμος, 27/4/1974).


Οι θείες από το Τέξας








Μισό αιώνα μετά, γνωρίζουμε πλέον καλά πόσο ανεδαφικές υπήρξαν αυτές οι προσδοκίες. Η γεώτρηση της Θάσου κάλυψε τελικά μικρό μόνο μέρος της εγχώριας ζήτησης, με μέγιστη παραγωγή 30.000 βαρέλια την ημέρα το 1986 και συνολικά έσοδα του ελληνικού Δημοσίου, από πετρέλαιο και φυσικό αέριο, 560 εκατομμύρια δολάρια μέσα σε μια εικοσαετία (1981-1999)· μετά το 2000, οι σχετικές πρόσοδοι μηδενίστηκαν (Αναστάσης Πεπονής, «Για το ζήτημα του Αιγαίου», Αθήνα 2008, σ. 122-7).

Η είσοδος της Αγκυρας στο παιχνίδι υπήρξε σχεδόν ταυτόχρονη μ’ αυτές τις εξελίξεις. Η Τουρκία δεν είχε προσυπογράψει τη σύμβαση της Γενεύης για το Δίκαιο της θάλασσας (1958) κι από το 1964 είχε υιοθετήσει μια πολιτική αμοιβαίας επέκτασης των χωρικών της υδάτων σε όλο το μήκος των ακτών της, πλην Αιγαίου.

Την 1η Νοεμβρίου 1973, μετά το ξέσπασμα της πετρελαϊκής κρίσης και πριν από τον σχηματισμό της κυβέρνησης Ετζεβίτ, δημοσιεύτηκε σε τουρκικό ΦΕΚ η εκχώρηση στην κρατική Τουρκική Εταιρεία Πετρελαίου (ΤΡΑΟ) αδειών έρευνας για υδρογονάνθρακες στο κεντρικό Αιγαίο, μεταξύ Λήμνου, Αη Στράτη, Χίου και Μυτιλήνης. Στόχος της κίνησης ήταν να προλάβει μιαν ενδεχόμενη επικύρωση των ελληνικών θέσεων περί υφαλοκρηπίδας των νησιών από τη διάσκεψη του Καράκας (όπως κι έγινε)· εξ ου και η βιασύνη της Αγκυρας, εμφανώς αποτυπωμένη στα διπλωματικά ντοκουμέντα των ημερών, για έναν διμερή διακανονισμό. Ηγετικά στελέχη των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων θεωρούσαν επίσης πως η όρεξη των γειτόνων άνοιξε με την πρωθυπουργοποίηση του Μαρκεζίνη, που από καιρό προωθούσε την ιδέα μιας «νέας Λοζάνης» για τη συνολική επαναδιευθέτηση των ελληνοτουρκικών σχέσεων.

Από πρακτική άποψη, η «εκχώρηση» στην ΤΡΑΟ υπήρξε πάντως περισσότερο συμβολική παρά ουσιαστική. Οπως εξήγησε λίγο αργότερα στον Αμερικανό πρέσβη στην Αγκυρα, Ουίλιαμ Μακόμπερ, ένα στέλεχος της γνωστής πολυεθνικής Hulliburton, η Τουρκία δεν διέθετε «εξοπλισμό για να διεξάγει ούτε το πρώτο στάδιο παράκτιων ερευνών (δηλαδή σεισμολογικές και γεωλογικές μελέτες), για να μη μιλήσουμε για την αδυναμία της να στήσει γεωτρύπανο, να βυθίσει σωλήνες και να προβεί σε κανονική άντληση. Σε παγκόσμια κλίμακα, το 90% των σχετικών δραστηριοτήτων διεξάγονται από αμερικανικές και γερμανικές εταιρείες» (Ankara 15/4/1974, Νο. 2851).

Αμερικανικές εταιρείες διεκδικούσαν, άλλωστε, την επίζηλη πίτα για λογαριασμό και των δύο κρατών. Από την αμερικανική διπλωματική αλληλογραφία πληροφορούμαστε ότι τον Ιούνιο του 1974 ελληνικές άδειες έρευνας στο Αιγαίο διέθεταν η Calvin Exploration και η An-Car Oil της Βοστόνης, η L.V.O. της Οκλαχόμα, η Oceanic του Ντένβερ και η νεοϋορκέζικη Serres Shipping Inc. (Athens 27/6/1974, No. 4083 και Ankara, 25/6/1974, No. 4979).

Στην Τουρκία, η ΤΡΑΟ είχε προσφύγει την ίδια εποχή στις υπηρεσίες μιας θυγατρικής της Texas Instruments (Geophysical Services Inc.), της Dorchester Gas και κυρίως της Mobil (Ankara 25/1, 27/6 & 26/6/1974, Νο. 4979 και 5498).


Διπλή γλώσσα με γαλόνια

Η πρώτη αντίδραση της ελληνικής διπλωματίας για τις φθινοπωρινές εκχωρήσεις σημειώθηκε μόλις στις 7/2/1974, μια βδομάδα πριν από τη συνέντευξη Ανδρουτσόπουλου-Κυπραίου, με ρηματική διακοίνωση προς την Αγκυρα στην οποία τονιζόταν πως οι επίμαχες περιοχές ανήκουν στην ελληνική υφαλοκρηπίδα βάσει της σύμβασης της Γενεύης (1958) και της εσωτερικής ελληνικής νομοθεσίας (Ν. 142/1969 και 1182/1972). Το τουρκικό Υπ.Εξ. απάντησε στις 27/2 με τον ίδιο τρόπο, αναπτύσσοντας τη γνωστή επιχειρηματολογία που παρέμεινε αναλλοίωτη τις επόμενες δεκαετίες: το Αιγαίο αποτελεί «ειδική περίπτωση» και τα νησιά του προέκταση της ηπειρωτικής υφαλοκρηπίδας της Ανατολίας, συνεπώς απαιτείται ελληνοτουρκική συμφωνία για την οριοθέτηση των εκατέρωθεν δικαιωμάτων.

Αφού η χούντα απαγόρευσε επί ένα τρίμηνο στους διπλωμάτες της να ανταπαντήσουν, η σχετική διακοίνωση ξεκαθάρισε τελικά (24/5) πως η Αθήνα «δεν αντιτίθεται εις την οριοθέτησιν της υφαλοκρηπίδος μεταξύ των δύο χωρών, επί τη βάσει των διατάξεων του ισχύοντος σήμερον θετικού διεθνούς δικαίου, ως έχει κωδικοποιηθεί από την συνδιάσκεψιν της Γενεύης εν έτει 1958». Οπως ήταν αναμενόμενο, οι παραλήπτες θεώρησαν πως αυτή η απάντηση ισοδυναμούσε με «οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας σύμφωνα με τους ελληνικούς ισχυρισμούς» (Ankara 29/5/1974, Νο. 4126).

Στο μεσοδιάστημα, η Αγκυρα είχε άλλωστε καταθέσει (6/5) ευρύτερο πακέτο διαφορών προς επίλυση: μειονοτικό (Θράκη-Δωδεκάνησα), αποστρατιωτικοποίηση νησιών, χωρικά ύδατα, υφαλοκρηπίδα κ.ο.κ. Μικρή αλλά κρίσιμη λεπτομέρεια: τα περισσότερα απ’ αυτά τα θέματα είχαν ήδη προταθεί, λίγους μήνες νωρίτερα, στην Αγκυρα από την Αθήνα! Ο γενικός δε γραμματέας του ελληνικού Υπ.Εξ., Αγγελος Βλάχος, εξήγησε στον Αμερικανό πρέσβη Χένρι Τάσκα (23/5) ότι θεωρούσε «περίεργο κάποιοι Ελληνες στρατιωτικοί να αμφισβητούν τώρα την ορθότητα των συνομιλιών για ένα ζήτημα που είχε ήδη συμφωνηθεί ως ένα από τα θέματα προς συζήτηση με την τουρκική κυβέρνηση» (Athens 24/7/1974, Νο. 3134).

Η διπλή γλώσσα συνιστούσε πάντως γενικότερο γνώρισμα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής εκείνο το πρώτο εξάμηνο του 1974. «Η Κυβέρνησις προέβη εγκαίρως εις κατάλληλα διαβήματα διά την περιφρούρησιν των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων επί της υφαλοκρηπίδος του Αιγαίου», ανακοίνωσε λ.χ. στις 23/2 ο υπουργός Εξωτερικών Σπύρος Τετενές. Πολύ διαφορετική ήταν η στάση του ίδιου έξι μέρες αργότερα, σε σχετική συνομιλία του με τον Αμερικανό πρέσβη. Οταν ο Τάσκα τον ρώτησε «ποια λύση βλέπει στο πρόβλημα» της υφαλοκρηπίδας, καθώς «η αρχή της μέσης γραμμής [που πρόβλεπε η Γενεύη] παρουσιάζει δυσκολίες στις εν λόγω ειδικές περιστάσεις», ο Τετενές «έριξε την ιδέα ότι πέρα από το όριο των 12 μιλίων θα ήταν πιθανές συμφωνίες για κοινή εκμετάλλευση». Φυσικά, ο συνομιλητής του βρήκε «εξαιρετική αυτή την προσέγγιση του προβλήματος μέσω διμερών διαπραγματεύσεων» (Athens 4/3/1974, Νο. 1306).

Η κοινή γνώμη τρεφόταν απεναντίας με πολεμοχαρείς διακηρύξεις. Σύμφωνα, λ.χ., με κύριο άρθρο του «Ελληνικού Βορρά» (4/3), οι Ελληνες θα υποδέχονταν την ανατίναξη της πρώτης τουρκικής πετρελαϊκής εγκατάστασης εξίσου ενθουσιωδώς με το «Οχι» του 1940.

Εν μέρει, αυτή η διγλωσσία οφειλόταν στην υποβόσκουσα αντίθεση διπλωματών και πολιτικοστρατιωτικής ηγεσίας. Το δημοσιευμένο ημερολόγιο του διπλωμάτη Γεωργίου Χέλμη, γαμπρού του Μαρκεζίνη, είναι εξαιρετικά εύγλωττο για τη δυσφορία που προκαλούσε στα ανώτερα κλιμάκια του Υπ.Εξ. ο εθνικιστικός παροξυσμός των νέων δικτατόρων. Στις 23/3 ο γενικός διευθυντής του υπουργείου Ιωάννης Τζούνης τού εκμυστηρεύτηκε, λ.χ., πως «οι στρατιωτικοί δεν ξέρουν τι τους γίνεται. Τα έχουν μπλέξει όλα (όπως, π.χ., για το θέμα της υφαλοκρηπίδος κτλ). Φαίνεται ότι είπαν ναι για την αιγιαλίτιδα ζώνη των δώδεκα μιλίων, πράγμα που θα μας δημιουργήσει τρομερά προβλήματα με την Τουρκία, αλλά και με τη Σοβιετική Ενωσιν και τις ΗΠΑ, λόγω του θέματος των Στενών».

Εναν μήνα μετά (27/4), ο Χέλμης διαπιστώνει πάλι πως «η κατάστασις στο ΥΠ.ΕΞ. είναι χαώδης. Τα πάντα είναι εν διαλύσει. Ο Τζούνης είναι εξόχως απογοητευμένος και λίαν απαισιόδοξος για το θέμα της Τουρκίας (ειδικά ως προς το Κυπριακό και την υφαλοκρηπίδα) και θεωρεί ότι μπορεί να υπάρξουν επικίνδυνες εξελίξεις. Χαρακτηριστικά ανέφερε ότι επί συνομιλίας τού [Α/ΓΕΕΘΑ] Μπονάνου με τον Τούρκο πρέσβη, ο ίδιος, καίτοι κατεξοχήν αρμόδιος, ουδεμίαν ενημέρωσιν είχε. Για τον Ανδρουτσόπουλο εχρησιμοποίησε τους βαρύτερους χαρακτηρισμούς, τον δε Τετενέ θεωρεί καλόν άνθρωπο αλλά ανύπαρκτο» («Ταραγμένη διετία», Αθήνα 2006, σ. 139 & 151).

Τις διαφωνίες του με τους κυβερνώντες, «ιδίως στο ζήτημα των πετρελαϊκών ερευνών», εκμυστηρεύτηκε στον Τάσκα ακόμη και ο γενικός γραμματέας Αγγελος Βλάχος: «Χρειάστηκε να τους θυμίσει πως η Τουρκία μπορεί γρήγορα κι εύκολα να καταλάβει μια σειρά ελληνικά νησιά κι ύστερα να τα χρησιμοποιήσει για ν’ αποσπάσει παραχωρήσεις» (Athens 8/3/1974, Νο. 1436).

Διπλή γλώσσα, παρά την υποτιθέμενη αδιαλλαξία της, χρησιμοποιούσε ωστόσο και η ηγεσία της νέας χούντας. Στις 21/5 ο αρχιεπίσκοπος Σεραφείμ διάβασε στον Τάσκα μήνυμά της, πως «όλα τα προβλήματα με την Τουρκία για το Αιγαίο είναι διαπραγματεύσιμα». Μολονότι «φαινόταν να εγκρίνει μια αποφασιστική γραμμή των στρατιωτικών αν η Τουρκία προβεί σε ανοιχτή κίνηση στο Αιγαίο τούτο το καλοκαίρι», ο ίδιος ο μεσολαβητής αποδείχθηκε πάλι «ενθουσιασμένος με τις δυνητικές προοπτικές μιας ελληνοτουρκικής περιφερειακής συνεργασίας, όχι μόνο σε σχέση με τα δικαιώματα πετρελαίου και ναυσιπλοΐας, αλλά και στον τουρισμό και την αλιεία» (Athens 22/5/1974, No. 3064).

Για την ιδιόμορφη συλλογιστική του Ιωαννίδη, αποκαλυπτικό είναι το γραπτό μήνυμα που έστειλε στις 14/6 στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ μέσω Τάσκα. Ο αόρατος δικτάτορας δεν δεχόταν να υπογράψει συμφωνία για τη βάση της Σούδας δίχως υψηλό «ενοίκιο», δήλωσε όμως «διατεθειμένος ν’ αφήσει τις δυνάμεις των ΗΠΑ να χρησιμοποιούν απλά τη Σούδα, όπως έχουν κάνει στο παρελθόν, δίχως συμφωνία».

Στο Κυπριακό, οι ΗΠΑ έπρεπε να επιλέξουν μεταξύ μιας μελλοντικής κομμουνιστικής Κύπρου και της ένωσης του νησιού με την Ελλάδα. Στο Αιγαίο, τέλος, αρνούνταν κατηγορηματικά «να δώσει στην Τουρκία κάποια πετρελαϊκά δικαιώματα», υποστηρίζοντας πως, «αν η Τουρκία έχει δικαιώματα στο πετρέλαιο του Αιγαίου, το ίδιο ισχύει για τη Βουλγαρία, τη Γιουγκοσλαβία κι ενδεχομένως άλλες χώρες». Αξιοσημείωτη είναι ωστόσο η αντισταθμιστική πρότασή του: ο πλούτος από τις εξορύξεις «να διαμοιραστεί με εξαιρετικά μεγάλες αγορές τουρκικών προϊόντων από την Ελλάδα, περισσότερων απ’ όσα μπορούν να χρησιμοποιηθούν» (Athens 14/6/1974, Νο. 3705). Αυθεντικός Μπρούκλης!


Αστακοί του Αιγαίου







Το πιο εύγλωττο απόσπασμα του ίδιου μηνύματος αφορούσε πάντως τις στρατιωτικές πτυχές του ελληνοτουρκικού ανταγωνισμού: «Η Ελλάδα πραγματικά δεν επιθυμεί πόλεμο με την Τουρκία, καθώς ο μόνος νικητής σ’ έναν τέτοιο πόλεμο θα ήταν η Σοβιετική Ενωση. Η Ελλάδα δεν θα επιτεθεί (προληπτικά) αλλά δεν θα επιτρέψει να κινδυνεύσουν τα ελληνικά συμφέροντα στο Αιγαίο ή την Κύπρο. Οι ΗΠΑ μπορούν να βοηθήσουν στην αποτροπή ενός ελληνοτουρκικού πολέμου πουλώντας στην Ελλάδα τα όπλα που χρειάζεται για ν’ αποκτήσει ένα επίπεδο στρατιωτικής ισχύος επαρκές για ν’ αποτρέψει τουρκική επίθεση κατά της Ελλάδας. Δεν θα ωφελήσει, ωστόσο, να πουλήσει όπλα στην Ελλάδα και κατόπιν να δώσει τη διπλάσια ποσότητα στην Τουρκία, όπως συνηθίζουν οι ΗΠΑ. Αν η Ελλάδα δεν μπορεί ν’ αγοράσει όπλα από τις ΗΠΑ (προτιμά τα αμερικανικά όπλα από οποιαδήποτε άλλα), τότε η Γαλλία, η Γερμανία και άλλες χώρες μπορεί να πάρουν τις παραγγελίες».

Ο αόρατος δικτάτορας το έλεγε και το εννοούσε: μέσα στο πρώτο εξάμηνο του 1974 η Ελλάδα παρήγγειλε περισσότερα οπλικά συστήματα από ποτέ άλλοτε. Σύμφωνα με τα απομνημονεύματα του τότε Α/ΓΕΕΘΑ, οι αγορές αυτές υπαγορεύτηκαν από τη σκέψη πως «αι χρονίζουσαι διαφοραί μας με την Τουρκίαν αργά ή γρήγορα θα ελύοντο διά των όπλων» (Γρ. Μπονάνος, «Η αλήθεια», Αθήναι 1987, σ. 156). Ο αρχηγός του Ναυτικού, Πέτρος Αραπάκης, παραδέχεται δε πως αποφασίστηκαν «με την ελπίδα ότι τα πετρέλαια του Πρίνου θα αρκούσαν για να καλύψουν τις σχετικές δαπάνες» («Το τέλος της σιωπής», Αθήνα 2000, σ. 98).

Ενώ μέσα στην πενταετία 1968-72 η χούντα του Παπαδόπουλου είχε ξοδέψει για όπλα 3,4 δισ. δρχ., αυτή του Ιωαννίδη προγραμμάτισε δαπάνες 9 δισ. δρχ. το 1973-1977 κι άλλων 26 δισ. το 1978-1982 για προμήθεια πολεμικών αεροσκαφών, πυραυλακάτων, θωρακισμένων κ.λπ. από τις ΗΠΑ, τη Γαλλία, την Ιταλία και το Βέλγιο (Μπονάνος 1987, σ. 157-9). Ο όλος σχεδιασμός έγινε εσπευσμένα, «εντός διαστήματος πεντήκοντα περίπου ημερών» (Ανδρουτσόπουλος 1993, σ. 77).

Στις επίσημες διακηρύξεις του καθεστώτος, όπως η παρθενική δημόσια ομιλία του Ανδρουτσόπουλου στη Θεσσαλονίκη (8/5), τονιζόταν πως αυτός «ο συνεχής εκσυγχρονισμός» του ελληνικού οπλοστασίου «πραγματοποιείται ήδη, ως επί το πλείστον, εκ των εθνικών πόρων και ότι πολύ συντόμως θα είναι έτι αυξημέναι αι δυνατότητες της Ελλάδος δι’ αμυντικήν αυτάρκειαν» (ό.π., σ. 137).

Στην πραγματικότητα, όπως πιστοποιεί η αμερικανική διπλωματική αλληλογραφία των ημερών, το μεγαλύτερο μέρος των σχετικών κονδυλίων προήλθε κυρίως από εξωτερικό δανεισμό, υποθηκεύοντας μακροπρόθεσμα την οικονομία της χώρας. Για την αγορά 40 «Μιράζ», 125 αρμάτων ΑΜΧ-30 και 4 πυραυλακάτων η Γαλλία πρόσφερε λ.χ. δάνειο 300 εκατομμυρίων δολαρίων· άλλα 71 εκατομμύρια δόθηκαν από τις ΗΠΑ για το καπάρο 60 βομβαρδιστικών Α-7, με υποσχέσεις συμπληρωματικού δανεισμού για την αποπληρωμή των μελλοντικών δόσεων.

Η παραλαβή τον Απρίλιο του 1974 των πρώτων F-4 «Φάντομ», που είχαν παραγγελθεί δύο χρόνια νωρίτερα από τον Παπαδόπουλο, έδωσε αφορμή για ακατάσχετες θριαμβολογίες. «Διά των νέων αεροσκαφών, τα οποία ηγοράσθησαν διά χρημάτων του ελληνικού Δημοσίου, η Ελληνική Αεροπορία εισέρχεται εις τον χώρον των λίαν εξειλιγμένων αεροπορικών δυνάμεων», πανηγυρίζει πρωτοσέλιδα στις 6/4 ο «Ελεύθερος Κόσμος», για να ξεσαλώσει στις 20/4, ενόψει της επίσημης σχετικής τελετής στην Ανδραβίδα: «Προικισμένη με τα τελειότερα εκσυγχρονισμένα αεροσκάφη, η Πολεμική μας Αεροπορία αποκτά τη δυνατότητα να καλύπτη προστατευτικώς τα στρατηγικά σημεία, να αποθαρρύνη ενδεχομένη επίθεσι και να αποκρούη αποτελεσματικώς εχθρικές κινήσεις εναντίον μας. Σε περίπτωση κηρύξεως πολέμου εναντίον της Ελλάδος τα Φάντομ μπορούν με την αστραπιαία δράσι τους να πλήξουν τους στόχους του εχθρού, να πλήξουν τις συγκοινωνίες του και τους εφοδιασμούς του και να συνδράμουν τις χερσαίες και ναυτικές δυνάμεις στον αγώνα εναντίον των εισβολέων και την μετακίνησι των επιχειρήσεων στον χώρο του επιτιθεμένου. [...] Στρατός, Ναυτικόν και Αεροπορία αγρυπνούν συνεχώς και θα υπερασπίσουν τον τόπο εναντίον κάθε επιβουλής οποθενδήποτε προερχομένης».


Μην το είδατε το Τσανταρλί







Από την Αγκυρα, οι εξοπλισμοί αυτοί ερμηνεύτηκαν σαν επιθετικές «προετοιμασίες για ένοπλη αναμέτρηση» – εκτίμηση που τόσο ο γ.γ. του ΝΑΤΟ, Γιόζεφ Λουνς, όσο και ο Αμερικανός αντιπρόσωπος Ντόναλντ Ράμσφελντ συμμερίζονταν ως «ειλικρινή φόβο» (USNATO 2/7/1974, Νο. 3679). Φυσικά, ούτε οι Τούρκοι έμειναν πίσω. Προμηθεύτηκαν κι αυτοί τα δικά τους «Φάντομ», προτείνοντας μάλιστα να συναρμολογήσουν 200 κομμάτια. Η παραλαβή των δύο πρώτων έγινε στις 30/8/1974, μισό μήνα μετά τον δεύτερο «Αττίλα».

Οπως ήταν αναμενόμενο, το εξοπλιστικό πανηγύρι συνδυάστηκε με κλιμάκωση της έντασης στο Αιγαίο. Στις 28 Μαρτίου ελληνικό πλοίο αποχώρησε από άσκηση του ΝΑΤΟ «κατόπιν οδηγιών της κυβερνήσεως», με αφορμή καθαρά διαδικαστικές τριβές. Ακολούθησαν εθνικιστικές διαδηλώσεις της δεξιάς Εθνικής Τουρκικής Ενωσης Φοιτητών (ΜΤΤΒ) στην Κωνσταντινούπολη, με αίτημα «μια αξιοπρεπή εξωτερική πολιτική» που «θα βάλει στη θέση τους την Ελλάδα και τους υποστηρικτές της στο ΝΑΤΟ»: απέλαση του Πατριαρχείου, επαναλειτουργία της Αγια-Σοφιάς ως τζαμιού, «αντίποινα» σε βάρος των Ρωμιών της Πόλης για την κακομεταχείριση των μουσουλμάνων Θράκης και Δωδεκανήσου κ.ο.κ.

Στα απομνημονεύματά του, ο Ανδρουτσόπουλος υποστηρίζει ότι το κεντρικό συλλαλητήριο, που είχε εξαγγελθεί για το Μ. Σάββατο (13/4), «εματαιώθη» χάρη στις δικές του απειλές προς τον Τάσκα, ότι «αυτήν την φοράν ημείς θα δράσωμεν και θα αφήσωμεν τας προσφυγάς εις την Τουρκίαν» (σ. 133). Τον διαψεύδουν ωστόσο περίτρανα οι εφημερίδες της επομένης και έκθεση του αμερικανικού προξενείου, που υπολόγισε τους συγκεντρωμένους σε 18-20.000 (Istanbul 16/4/1974, No. 1047).

Σοβαρότερη κρίση σημειώθηκε στα τέλη Μαΐου, με την πρώτη έξοδο τουρκικού ερευνητικού σκάφους στα διαμφισβητούμενα ύδατα. Στις 18/4 ο Τζούνης είχε συμφωνήσει στη Ν. Υόρκη με τον Τούρκο Υπ.Εξ., Τουρχάν Γκιουνές, την ad hoc «αναστολήν επ’ αμοιβαιότητι [της] διεξαγωγής ερευνών (γεωτρήσεων εν αντιδιαστολή προς σεισμικάς ερεύνας) εις αμφισβητουμένας περιοχάς, μέχρις επιλύσεως [του] προβλήματος» (Ανδρουτσόπουλος 1993, σ. 126).

Μόλις επέστρεψε στην Αθήνα, η ηγεσία της χούντας το απέρριψε ωστόσο ασυζητητί (Athens 24/5/1974, Νο. 3134) κι ακολούθησε η επίσημη απάντηση στην τουρκική διακοίνωση του Φεβρουαρίου. Πέντε μέρες μετά (29/5), ο Τούρκος υπουργός Ενέργειας Τζαχίτ Καγιά ανήγγειλε την έξοδο του ερευνητικού σκάφους «Τσανταρλί» με αποστολή «την πρώτη φάση των ερευνών για πετρέλαιο στην υφαλοκρηπίδα του Αιγαίου».

Ακολούθησε κανονική φαρσοκωμωδία. Τα λογοκριμένα ελληνικά ΜΜΕ απέκρυψαν πλήρως την είδηση, ενώ οι ένοπλες δυνάμεις είχαν τεθεί σε συναγερμό. Το επόμενο βράδυ, ραδιοτηλεόραση και ΑΠΕ μετέδωσαν, τέλος, ένα αμίμητο κυβερνητικό ανακοινωθέν: «Ανεκοινώθη αρμοδίως ότι η τουρκική κυβέρνησις είχεν εγκαίρως ειδοποιήσει τας συμμαχικάς Αρχάς ότι προετίθετο να διεξαγάγη εις περιοχήν Αιγαίου και νοτίως των τουρκικών ακτών εθνικά ναυτικά γυμνάσια και ακολούθως να συμμετάσχη εις συμμαχικά τοιαύτα εν τω πλαισίω υποχρεώσεών της προς το ΝΑΤΟ. Επί της διεξαγωγής των γυμνασίων αυτών είχεν ενημερωθή εγκαίρως και η Ελλάς. Εν σχέσει προς τα αναφερόμενα εις τον διεθνή Τύπον σχετικώς με σκάφος ερευνών, προφανώς πρόκειται περί ωκεανογραφικού τοιούτου. Παρόμοια σκάφη διαθέτουν όλοι οι συμμαχικοί στόλοι. Μέχρι τούδε δεν επεσημάνθη η παρουσία τοιούτου σκάφους εις το Αιγαίον» (Τα Νέα, 31/5/1974).

Από τα αμερικανικά αρχεία γνωρίζουμε πως η Ουάσινγκτον είχε σπεύσει να προλάβει θερμό επεισόδιο, διαμηνύοντας στην ελληνική κυβέρνηση «να απόσχει από κάθε απάντηση που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κλιμάκωση της διαφωνίας» και στην Αγκυρα «να λάβει άμεσα μέτρα για ν’ αποφύγει μια αντιπαράθεση με την Ελλάδα στο Αιγαίο» και «να μην ξεκινήσει τις έρευνες προτού έχει την ευκαιρία να συζητήσει το ζήτημα» με τον Ελληνα Υπ.Εξ. στην προσεχή συνάντηση του ΝΑΤΟ (State 31/5/1974, Νο. 112889). Τελικά, στις 4 Ιουνίου η τουρκική ραδιοτηλεόραση ανακοίνωσε ότι το επίμαχο σκάφος «ολοκλήρωσε την αποστολή του» κι επέστρεφε στη βάση του (Ankara 4/6/1974, Νο. 4322).

Ο Ανδρουτσόπουλος διεκδικεί κι εδώ δάφνες τουρκοφάγου: «Ευθύς μετά την εκδηλωθείσαν Ελληνικήν αποφασιστικότητα», ισχυρίζεται (σ. 143), το Τσανταρλί «έσπευσε να εισέλθη εις τα τουρκικά χωρικά ύδατα, να ενωθή μετά του επιστρέψαντος εκ γυμνασίων Τουρκικού στόλου και να καταφύγη εις τον λιμένα της Σμύρνης».

Εντελώς διαφορετική εικόνα είχαν για τα γεγονότα οι εκτός των τειχών. «Είμαι βέβαιος πως θα έχης εκνευρισθή με το χαστούκι που έφαγε ο τόπος μας από τους Τούρκους», διαβάζουμε χαρακτηριστικά σε αδημοσίευτη επιστολή του (αυτοεξόριστου στις ΗΠΑ) βασιλόφρονος ταξίαρχου Ορέστη Βιδάλη προς τον ομόφρονά του πολιτικό Σπύρο Θεοτόκη (3/6). «Δεν γνωρίζω αν αυτή η ταπείνωσις θα έχη καμιά επίδρασι στο εσωτερικό της μαφίας των πρώην συναδέλφων μου».


Στο βάθος Κύπρος

Η αμερικανική μεσολάβηση δεν κατέληξε τελικά πουθενά. Στις 26 Ιουνίου μια πανηγυρική συνάντηση «κορυφής» Ετζεβίτ - Ανδρουτσόπουλου, στο γραφείο του Λουνς στις Βρυξέλλες, κατέληξε μάλιστα σε παταγώδες φιάσκο, δίχως να εκδοθεί ούτε κοινό ανακοινωθέν. Ο ίδιος ο Λους είχε πάλι προ πολλού ενημερώσει τους πρέσβεις των σημαντικότερων μελών της Συμμαχίας ότι το ζήτημα του Αιγαίου έπρεπε να διευθετηθεί τάχιστα, «προτού υπάρξουν μείζονες ανακαλύψεις πετρελαίου». Για τον σκοπό αυτό, ο ίδιος θα πρότεινε σε Ελληνες και Τούρκους «την ίδρυση μικτών εταιρειών για την εκμετάλλευση των πετρελαϊκών και ορυκτών πόρων» της περιοχής (USNATO 4/6/1974, Νο. 3745).

Για τη χούντα Ιωαννίδη, που αναζητούσε απεγνωσμένα μέσω του εθνικισμού μια κάποια λαϊκή υποστήριξη, η αλλαγή πίστας ήταν πλέον επιβεβλημένη. Τα ξημερώματα της 15ης Ιουλίου, τα τανκς της Εθνικής Φρουράς ανέλαβαν να λύσουν δυναμικά το Κυπριακό, με τα γνωστά σε όλους μας αποτελέσματα.


Από το efsyn.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου