Πέμπτη, 9 Απριλίου 2020

Πανδημία COVID-19: τι μας διδάσκει η αξία της πρόβλεψης κινδύνου για τις εξορύξεις υδρογονανθράκων

Από το energypress.gr
Όταν την περίοδο 2010 - 2011 η τότε κυβέρνηση ξεκινούσε πρωτοβουλίες για την εξεύρεση επενδυτών στην αγορά υδρογονανθράκων ως όχημα εξόδου από την κρίση, οι τιμές του πετρελαίου στις διεθνείς αγορές κυμαίνονταν στα 100 δολάρια ανά βαρέλι, ενώ μόλις δύο χρόνια νωρίτερα είχαν αγγίξει τα 140 δολάρια. Έως και το 2014, όταν κυρώθηκαν οι πρώτες συμβάσεις σε Κατάκολο, Δυτικό Πατραϊκό και Ιωάννινα οι τιμές παρέμεναν σε υψηλά επίπεδα. 

Οι συνθήκες όμως πλέον έχουν..
αλλάξει δραματικά. Οι τιμές πετρελαίου από το 2015 έως και σήμερα έχουν μειωθεί κατά 50%, ενώ η πρωτοφανής μείωσης της ζήτησης, λόγω της σημερινής πανδημίας σε συνδυασμό με την αύξηση της παραγωγής από τη Σαουδική Αραβία και τη Ρωσία, τις έχει καταποντίσει κοντά στα 25 δολάρια. Σαν αποτέλεσμα, δεκάδες πετρελαϊκές εταιρίες έχουν ανακοινώσει ήδη περικοπές σε δαπάνες κεφαλαίου έως και κατά 50%, ενώ πετρελαϊκοί κολοσσοί, όπως η Shell, η Equinor, η Total και η Chevron έχουν ανακοινώσει περικοπές που φτάνουν ή ξεπερνούν το 20%. 


Όποιες τελικές επενδυτικές αποφάσεις αναμένονταν το 2020, κυρίως για εντελώς νέα έργα (greenfield projects) εξόρυξης στην Αφρική και την Ασία, κατά πάσα πιθανότητα θα μετατεθούν χρονικά ή ακόμα και θα παγώσουν επ’αόριστον, αφού για να αποσβεστούν απαιτούν σημαντικά υψηλότερες τιμές πετρελαίου που κυμαίνονται σε 45 – 60 δολάρια ανά βαρέλι, σύμφωνα με στοιχεία της έγκυρης Rystad Energy.

Είναι ακόμα πολύ νωρίς για να εκτιμήσει κανείς με ασφάλεια ποια θα είναι τιμή του πετρελαίου μεσοσταθμικά το 2020. Ήδη τις ώρες που γράφονταν αυτές οι γραμμές γίνονταν προσπάθειες από τα κράτη του ΟΠΕΚ, τη Ρωσία και τις ΗΠΑ για να περικοπεί η παραγωγή σε μία προσπάθεια συγκράτησης της πτώσης των τιμών. Παρόλα αυτά, είναι σχεδόν σίγουρο ότι η κορύφωση της παγκόσμιας ζήτησης πετρελαίου θα συμβεί μέσα στα επόμενα δεκαπέντε χρόνια (ή αρκετά νωρίτερα σύμφωνα με ολοένα και περισσότερους) για λόγους που πρωτίστως σχετίζονται με την ανάσχεση της κλιματικής κρίσης.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει ήδη δεσμευτεί για ουδέτερο ισοζύγιο άνθρακα έως το 2050, ενώ αναμένονται νομοθετικές και πολιτικές πρωτοβουλίες που θα καθιστούν την παραγωγή υδρογονανθράκων ολοένα και λιγότερο ελκυστική, σε επενδυτικό επίπεδο. Αντίστοιχα, πολλά κράτη μέλη έχουν ψηφίσει νομοθεσία που υιοθετεί στόχους για κλιματική ουδετερότητα έως το 2050 (αρκετά έχουν θέσει τον ίδιο στόχο πολύ νωρίτερα), ενώ το ίδιο παράδειγμα θα ακολουθήσουν δεκάδες κράτη σε ολόκληρο τον κόσμο. Μέχρι το 2030, οι κλιματικοί στόχοι θα έχουν αναβαθμιστεί τουλάχιστον δύο φορές (2025 και 2030)όπως προβλέπει η Συμφωνία του Παρισιού,ώστε να προσαρμόζονται στα νέα δεδομένα. 


Διαδικασία του παγκόσμιου απολογισμού όπως προβλέπεται στη Συμφωνία του Παρισιού

Άρα, για ποιο μέλλον των υδρογονανθράκων μιλάμε;

Τη στιγμή των ιστορικών αυτών αλλαγών στις παγκόσμιες επενδυτικές τάσεις, η Ελλάδα επιμένει να ρισκάρει με ένα τεράστιο πρόγραμμα υδρογονανθράκων εικάζοντας ότι θα υπάρχουν ακόμα ενδιαφερόμενοι αγοραστές για το προϊόν που ίσως καταφέρει να παράγει σε δέκα χρόνια από τώρα. Σε αυτήν τη συγκυρία θα πρέπει να προστεθεί ότι οι περισσότερες παραχωρήσεις για έρευνα και εξόρυξη υδρογονανθράκων στη χώρα αφορούν πολύ μεγάλα θαλάσσια βάθη και ότι για κάθε έργο θα απαιτηθεί η κατασκευή όλων των απαραίτητων υποδομών από το μηδέν. Με άλλα λόγια, το κόστος παραγωγής υδρογονανθράκων στην Ελλάδα κατά πάσα πιθανότητα θα είναι πολύ υψηλό για να παράγει κέρδος σε συνθήκες χαμηλών τιμών πετρελαίου και όχι αρκετά χαμηλό για να αντιμετωπίσει τον ανταγωνισμό σε συνθήκες μειωμένης ζήτησης.  Όπως άλλωστε δείχνει ο πρόσφατος πόλεμος τιμών μεταξύ Σαουδικής Αραβίας και Ρωσίας, οι μεγάλοι παίκτες θα κάνουν ό,τι μπορούν για να τρώνε το μεγαλύτερο μέρος μίας πίτα που διαρκώς μικραίνει.


Τι μαθήματα παίρνουμε από τον COVID-19

Η κρίση της πανδημίας COVID-19 έχει να μας δώσει πολλά μαθήματα που θα πρέπει να εξετάσουμε σύντομα. Είναι όμως πασιφανές ότι μας έχει ήδη διδάξει ότι η έγκαιρη πρόβλεψη κινδύνου και η πρόληψη στη βάση επιστημονικών δεδομένων είναι η πιο αποτελεσματική στρατηγική για την αντιμετώπιση μίας κρίσης. 

Σε αυτό το θεμελιώδες ζήτημα είναι που πάσχει το πρόγραμμα έρευνας και εξόρυξης υδρογονανθράκων στην Ελλάδα. Μέχρι και σήμερα δεν έχει υπάρξει καμία επίσημη πρωτοβουλία από καμία κυβέρνηση που να υπολογίζει και να αξιολογεί βασικές οικονομικές παραμέτρους των συμβάσεων παραχώρησης στη βάση διαφορετικών σεναρίων, αφενός παγκόσμιας ζήτησης, αφετέρουεγχώριας παραγωγικής ικανότητας. Δεν έχει αποτιμηθεί η οικονομική αξία της μετάβασης της Ελλάδας σε μία κλιματικά ουδέτερη οικονομία ή η μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα της συνεργασίας της χώρας με μία βιομηχανία που βρίσκεται στη δύση της. Δεν έχει καν αξιολογηθεί η επίπτωση από ένα – απευκταίο, αλλά πιθανό – σενάριο μίας σοβαρής πετρελαιοκηλίδας. 

Η Ελλάδα το 2011 μέσα σε ένα γενικευμένο κλίμα ευφορίας και αισιοδοξίαςγια το μέλλον της αγοράς πετρελαίου αγκιστρώθηκε σε ένα όχημα που - παρά τις αντίθετες φωνές - φαινόταν κάποτε ότι μπορούσε να την εκτοξεύσει. Τα στοιχεία τελικά δείχνουν ότι την οδηγεί με ιλιγγιώδη ταχύτητα σε έναν τοίχο. Ακόμα και τώρα όμως έχουμε χρόνο να αλλάξουμε πορεία. Αρκεί η κυβέρνησή μας να «τρέξει» τα απαραίτητα μοντέλα και να κοιτάξει μπροστά. Υπάρχει ένα ασφαλές, βιώσιμο και ανθεκτικό μέλλον χωρίς ορυκτά καύσιμα που μας περιμένει. 

*Ο Δημήτρης Ιμπραήμ είναι υπεύθυνος τομέα κλίματος και ενέργειας, WWF Ελλάς

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου